κοιμάται και η φρουρά των τειχών δεν ήλλαξεν ακόμη. Ας εισέλθωμεν. ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Σε ζηλεύω, γέρον. Ζηλεύω πάντα, όστις διέρχεται ακίνδυνον τον βίον άγνωστος και άδοξος. Πολύ ολιγώτερον όμως ζηλεύω τους ζώντας εν μέσω αξιωμάτων και τιμών. ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Και όμως αυτά αποτελούν το κάλλος της ζωής. ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Ψευδές κάλλος! Γλυκείαι είναι τωόντι μακρόθεν αι τιμαί, αλλ' όταν πλησιάσουν, τότε αισθανόμεθα πόσον είναι αλγειναί. Διότι άλλοτε μεν η δυσμένεια των θεών, ματαιούσα τας ελπίδας μας, ανατρέπει την ευτυχίαν ημών, άλλοτε δε καταστρέφουσιν αυτήν αι ποικίλαι και δυσάρεστοι, γνώμαι των ανθρώπων. ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Δεν μοι φαίνονται ορθοί οι λόγοι ούτοι λεγόμενοι παρ’ ανδρός υπερόχου, οποίος είσαι συ, ω βασιλεύ. Δεν σ' εγέννησε βεβαίως ο Ατρεύς ίν' απολαύης πάντων των αγαθών του βίου. Και συ ακόμη οφείλεις να χαίρης και να λυπήσαι ως πας άλλος, διότι και συ εγεννήθης θνητός. Ό,τι θέλουν οι θεοί, αυτό και θα γίνη, είτε συ το θέλεις είτε μη. Αλλά βλέπω ότι, ανάψας την λυχνίαν, γράφεις το γράμμα αυτό, το οποίον εις τας χείρας σου κρατείς, και σβύνεις πάλιν ό,τι έγραψας. Και αφού εσφράγισας το γράμμα, το αποσφραγίζεις πάλιν. Και ρίπτεις δακρύων τον λύχνον χαμαί. Έχεις αληθώς την όψιν παραφρονήσαντος ανθρώπου. Διατί πάσχεις ούτω ; Τι σε στενοχωρεί τόσον, βασιλεύ ; Φανέρωσόν μοι την αλήθειαν. Θα την εμπιστευθής εις άνθρωπον αγαθόν και πιστόν. Μήπως δεν έστειλεν εμέ ο Τυνδάρεως προς την γυναίκα σου, αφωσιωμένον προικώον δούλον; ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Άκουσε, γέρον. Η κόρη του Θεστίου Λήδα εγέννησε τρεις θυγατέρας, την Φοίβην, την Κλυταιμνήστραν, ήτις είναι σύζυγός μου, και την Ελένην. Ταύτης της Ελένης διεκδικούντες την χείρα ήλθον οι πλουσιώτατοι της Ελλάδος ηγεμόνες. Δεινώς δε ηπείλουν και αιματηρώς προς αλλήλους ηγωνίζοντο πώς έκαστος, αποκρούων τους άλλους, να λάβη αυτός την κόρην ως σύζυγον. Αμηχανία μεγίστη κατείχε τον Τυνδάρεων, να δώση ή να μη δώση την κόρην του, και εις ποίον εξ όλων να την δώση όπως διαφύγη συμφοράν. Εσκέφθη τέλος ν' απαιτήση και απήτησε να ορκισθώσι πάντες εκείνοι οι μνηστήρες, διά σπονδών επί του καίοντος βωμού τους θεούς επικαλούμενοι, ότι, οιουδήποτε και αν γίνη η Ελένη σύζυγος, πάντες οι λοιποί θα υπερασπίσωσιν αυτόν και εάν τις ήθελεν απαγάγει την νεάνιδα εκ του συζυγικού της οίκου και καταλάβει παρ' αυτή του συζύγου την θέσιν, θα συνεκστρατεύσωσι κατά του απαγωγέως πάντες ενόπλως και θα κατασκάψωσι την πόλιν του, είτε Έλλην είναι ούτος είτε βάρβαρος. Όταν ο όρκος ούτος εξησφάλισε την υπόσχεση ταύτην, έπεισεν ο γέρων τους μνηστήρας μετά τέχνης συνετής ν' αφεθή ελευθέρα η κόρη όπως εκλέξη η ιδία ως σύζυγον ένα εξ αυτών, εκείνον προς τον οποίον η γλυκεία της Αφροδίτης έμπνευσις ήθελε προσελκύσει την καρδίαν της. Και τότε αυτή εξέλεξεν — είθε να μη τον εξέλεγε ποτέ — τον Μενέλαον. Μετ' ολίγον όμως ήλθεν εκ Φρυγίας εις Λακεδαίμονα εκείνος, τον οποίον αι τρεις θεαί εξέλεξαν κριτήν του κάλλους των κατά την εις το Άργος διαδεδομένην φήμην, νέος περικαλλής, λαμπρά ενδεδυμένος περίχρυσα ενδύματα βαρβαρικής πολυτελείας και, ερασθείς της Ελένης, ήτις και αυτή τον ηγάπησεν, επωφεληθείς δε της εκείθεν αποδημίας τότε του Μενελάου, απήγαγε την Ελένην και έφυγε μετ' αυτής εις την βουτρόφον χώραν της Ίδης. Αλλ' ο Μενέλαος επανελθών διατρέχει παράφορος την Ελλάδα και, επικαλούμενος τους απαγγελθέντας τυνδαρείους όρκους, προσκαλεί τους πάντας εις εκδίκησιν του αδικήματος. Και τότε οι Έλληνες εξεγερθέντες και αρπάσαντες τα όπλα συνηθροίσθησαν εδώ εις της Αυλίδος τας στενοπόρους ακτάς άγοντες πλοία και στρατιάς και ίππους και άρματα πολλά. Εξέλεξαν δε πάντες εμέ ως αρχιστράτηγον χάριν του Μενελάου, του οποίου είμαι αδελφός. Ω, είθε να εδίδετο εις πάντα άλλον το απαίσιον αυτό αξίωμα! Τώρα, ενώ όλος ο στρατός και ο στόλος είναι προ πολλού συνηθροισμένοι εδώ εις την Αυλίδα, νηνεμία διαρκής μας εμποδίζει τον απόπλουν και ταλαιπωρούμεθα εδώ αργοί. Εις την...
This is a limited preview. Download the book to read the full content.
Daniel Sanchez
1 year agoUsed this for my thesis, incredibly useful.